Η «Εταιρεία» πραγματοποιούσε περιστασιακά επιχειρήσεις με άμεσους στρατιωτικούς στόχους, όπως η Επιχείρηση Harling, αρχικά σχεδιασμένη για να κόψει μία από τις γραμμές εφοδιασμού του Άξονα στα στρατεύματά τους που πολεμούσαν στη Βόρεια Αφρική. Πραγματοποίησαν επίσης ορισμένες επιχειρήσεις υψηλού προφίλ που στοχεύουν κυρίως στο ηθικό τόσο του Άξονα όσο και των κατεχόμενων χωρών, όπως η Επιχείρηση Anthropoid και η δολοφονία στην Πράγα του Ράινχαρντ Χάιντριχ.

Αυτή η ισχνότητα σε στρατιωτική δράση πρόδιδε τον ανομολόγητο απώτερο σκοπό των Βρετανών δια της SOE: ήθελαν να προκαλέσουν αμοιβαίο μίσος μεταξύ του πληθυσμού των κατεχόμενων από τον Άξονα χωρών και των κατακτητών και να αναγκάσουν τον Άξονα να ξοδέψει ανθρώπινο δυναμικό και πόρους για τη διατήρηση του ελέγχου των υποταγμένων πληθυσμών.

Ο πρώιμος ενθουσιασμός του Επικεφαλής Υπουργού Hugh Dalton για υποκίνηση εκτεταμένων απεργιών, αστικής ανυπακοής και σαμποτάζ στις κατεχόμενες από τον Άξονα περιοχές έπρεπε να γειωθεί στην πραγματικότητα, όπως την συλλάμβανε ο πολιτικός του προϊστάμενος – αυτό και έγινε.

Όταν η τροπή του πολέμου άρχισε να επιτρέπει την δικαιολογημένη προσμονή αποχώρησης των κατοχικών στρατευμάτων, η «μαμά» Υπηρεσία Ειδικών Επιχειρήσεων και η «κόρη» Υπηρεσία Πολιτικού Πολέμου επικέντρωσαν την ενέργειά τους στην δημιουργία ελεγχόμενης δυνατότητας αντάρτικων σχηματισμών, που θα εξυπηρετούσαν την ανώτερη πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας κατά την ώρα της απελευθέρωσης. Η προτεραιότητα των Βρετανών στην διαχείριση της «επόμενης ημέρας» έγινε σύντομα αντιληπτή από της πολιτικές ηγεσίες και τους αντάρτες όλων των σχηματισμών στην κατεχόμενη Ελλάδα (ιδίως των ελεγχόμενων από το ΚΚΕ και του ΕΔΕΣ, που κατέληξε να υπερασπίζει την νόμιμη πολιτειακή ηγεσία) και αυτό οδήγησε στην πρώιμη και ραγδαία κλιμάκωση των εμφύλιων εκκαθαρίσεων.

Η ανυπακοή και η δολιοφθορά εναντίον των Γερμανών ποτέ δεν αποτέλεσαν πειστικό στρατηγικό σκοπό των Βρετανικών υπηρεσιών στις κατεχόμενες χώρες και ιδίως στην Ελλάδα. Γνώριζαν καλά ότι οι πράξεις δολιοφθοράς θα επέφεραν αντίποινα και αυξημένα μέτρα ασφαλείας του κατοχικού στρατού. Αυτό θα ήταν μείζον εμπόδιο στην οργάνωση ελεγχόμενων από τους Βρετανούς αντάρτικων δυνάμεων, τέτοιων που να εξασφάλιζαν πως το σχέδιό τους για την «επόμενη ημέρα» θα εφαρμοζόταν χωρίς μεγάλες αστοχίες.

Ένας επιπλέον λόγος εξηγεί γιατί οι Βρετανοί δεν επεδίωξαν να εφαρμόσουν εκτεταμένες δολιοφθορές και πειστική αντάρτικη αντίσταση εις βάρος των Γερμανών κατακτητών της Ελλάδας: το φλερτ με της Αγγλίας με την Τουρκία. Πάγια γνώμη, τόσο της SIS – Secret Intelligence Service, της Μυστικής Υπηρεσίας των Βρετανών γνωστότερης ως MI6, όσο και της SIME – Security Intelligence Middle East, της Υπηρεσίας Πληροφοριών με έδρα το Κάιρο, ήταν πως οποιαδήποτε σοβαρή αντιστασιακή ενέργεια εις βάρος των Γερμανών θα μπορούσε να προκαλέσει ενίσχυση της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα με επιπλέον στρατεύματα και ενδεχομένως επίθεση στην Τουρκία ή εθελούσια υπαγωγή της στις δυνάμεις του Άξονα.

Όπως θα δούμε και παρακάτω, οι Βρετανοί διαπραγματεύονταν με τους Τούρκους την παραχώρηση ελληνικού εδάφους ως κίνητρο για να παραμένουν ουδέτεροι.

Ειδικά εν σχέσει με την Ελλάδα, ήταν ήδη σαφές πως αν οι Άγγλοι απέδιδαν σ΄αυτήν μείζονα στρατιωτική σημασία, θα είχαν φροντίσει να συνδράμουν τελεσφόρα την γενναία πολιτική του «ΌΧΙ» μέχρις εσχάτων, όπως την άρθρωσε ο Βασιλιάς Γεώργιος ΙΙ με τον Ιωάννη Μεταξά και την τίμησε μέχρι κεραίας μετά από αυτόν.

Ακόμα και μετά την σαρωτική προέλαση των Ελλήνων το 1940-1941 ως την κεντρική Αλβανία, η πολιτική του Ουίνστων Τσώρτσιλ παρέμενε προσηλωμένη στην μεθόδευση να διαθέτει τόσο ισχνό Κοινοπολιτειακό Στρατό στην Ελλάδα, όσος ήταν αναγκαίος για να προκληθεί γερμανική επίθεση. Ο Βασιλιάς Γεώργιος ΙΙ και ο Ιωάννης Μεταξάς, έχοντας την πικρή εμπειρία της ίδιας βρετανικής μεθόδευσης το 1915, κατάφεραν να κρατήσουν την χώρα μακριά από τον ρόλο του ζωντανού δολώματος.

Οι μέρες περνούν και γίνονται μήνες. Οι νίκες και του Ελληνικού Στρατού και η εκτεταμένη προέλαση δημιουργούν σοβαρά στρατιωτικά κενά ιδίως μεταξύ αεροπορίας, πυρός και μεταφορικών. Της Ελλάδας δεν της λείπει στρατός – και μάλιστα ηρωικός. Η έκταση του μετώπου και η προετοιμασία για άμυνα στην Μακεδονία και την Θράκη απαιτούσαν λίγα ακόμα αεροπλάνα, λίγα ακόμα μεταγωγικά, λίγο ακόμα εξοπλισμό.

«Πόσον θα ήθελον να μας έστελλεν η Αγγλία ολίγα ακόμη αεροπλάνα! Με όλην την πείραν που απέκτησαν εις τον πόλεμον, αι στρατιωτικαί υπηρεσίαι της κινούνται με απελπιστική βραδύτητα», έγραφε ο Βασιλιάς Γεώργιος ΙΙ στις 16 Νοεμβρίου.

Και ξανά στις 7 Δεκεμβρίου: «…Αλλά -αλλοίμονον!- τα πολεμικά μέσα άτινα μας υπεσχέθησαν δεν μας έφθασαν ακόμη. Όλα χρειάζονται απελπιστικώς μακρόν χρόνον!… Ελάχιστα έφθασαν ως τώρα. Τί φοβερόν να μην κάμνουν το αδύνατον να μας στείλουν τα αναγκαία το ταχύτερον! Διότι πάσα στιγμή βαρύνει, και έπρεπε να τα ρίψωμεν επάνω εις τους Ιταλούς, όσον ημπορούμεν δυνατότερον και αμέσως».

Η κραυγή της 5ης Ιανουαρίου 1941 είναι χαρακτηριστική: «Ελάχιστα, από το υλικόν το οποίον μας υπεσχέθησαν, έφθασαν. Όλον μας υπόσχονται, αλλά ελάχιστα βλέπομεν!».

Όμως η Ελλάδα ζούσε την πιο μεγάλη της στιγμή. Την επομένη του θανάτου του Ιωάννη Μεταξά, στο θανάσιμο αυτό κτύπημα της μοίρας, ο Βασιλιάς Γεώργιος ΙΙ έγραφε: «Εις πείσμα όλων αυτών, θα κάμω το παν δια να αντιμετωπίσω την κατάστασιν. Και η κοινή γνώμη επίσης φαίνεται μέχρι στιγμής αποφασισμένη να συνεχίση και να φέρη το πόλεμον εις νικηφόρον τέρμα. Αισθάνομαι να έχω πεποίθησιν δια το μέλλον. Αλλά ασφαλώς η γερμανική απειλή μας ανησυχεί πολύ. Προς στιγμήν αισθάνομαι να μου φεύγη η αναπνοή ενώπιον τόσων ευθυνών».
Η αμηχανία που προκαλούσε στην διεθνή σκηνή το άκουσμα πως η μικρή και γενναία Ελλάς πολεμούσε μόνη της τις στρατιές του Άξονα στα βουνά της Αλβανίας και στα βόρεια σύνορα, δεν επηρέασαν σε τίποτα την σιδηρά γραμμή του Τσώρτσιλ. 20 Φεβρουαρίου του 1941, τηλεγραφεί στον Υπουργό Εξωτερικών του Anthony Eden: «Μην θεωρήσετε το εαυτό σας υποχρεωμένο για μια ελληνική επιχείρηση, εάν στην συνείδησή σας αισθάνεστε θα γίνει ένα νέο νορβηγικό φιάσκο. Εάν δεν μπορεί να καταρτισθεί ένα καλό σχέδιο, παρακαλώ να μου το πείτε. Αλλά εννοείται, γνωρίζετε πόσο πολύτιμη θα ήταν η επιτυχία». Το μήνυμα είχε δοθεί και είχε καταγραφεί στα επίσημα κυβερνητικά έγγραφα: «Η Αγγλία δεν επιθυμεί να αποθαρρύνει την επίθεση των Γερμανών στην Ελλάδα».

Όταν, 22 Φεβρουαρίου του 1941, ο Eden έφτανε στο Τατόι, ο Βασιλιάς του ζήτησε αμέσως να του μιλήσει παρουσία του πρωθυπουργού του. Όχι αναπάντεχα, ο Eden αρχικά αρνήθηκε. Κατόπιν επιμονής του Βασιλέως, ο Eden αναγκάστηκε να υπαναχωρήσει και στην αίθουσα μπήκε ο Πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κορυζής. Πριν γίνει οποιαδήποτε συζήτηση, ο Έλληνας Πρωθυπουργός επέδωσε στον Άγγλο Υπουργό Εξωτερικών έγγραφή δήλωση της Ελληνικής Κυβέρνησης:

«Επιθυμώ να επαναλάβω κατά τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, ότι η Ελλάς ως πιστός σύμμαχος είναι αποφασισμένη να εξακολουθήσει πολεμούσα δι΄όλων της των μέσων μέχρι της τελικής νίκης. Η απόφασις αύτη δεν περιορίζεται εις την περίπτωση της Ιταλίας αλλά θα ισχύσει και δι΄οιανδήποτε γερμανικήν επίθεσιν».
«Επιθυμώ να επαναλάβω ακόμη μίαν φοράν ότι οιονδήποτε και αν είναι το αποτέλεσμα και ασχέτως του αν η Ελλάς έχη ή δεν έχη ελπίδα να απωθήση των εχθρόν εν Μακεδονία, θα υπερασπίση το εθνικόν της έδαφος ακόμη και αν δύναται να υπολογίζη επί μόνων των δυνάμεών της».

Και αργότερα, κατά την δεύτερη επίσκεψη του Eden στην Αθήνα, ο Άγγλος Πρωθυπουργός φρόντιζε να του τηλεγραφήσει στις 6 Μαρτίου 1941: «Είμαι απολύτως έτοιμος να αναμιχθώ σε σοβαρό τόλμημα, εάν υφίσταται μια λογική πιθανότητα επιτυχίας εν πάσει περιπτώσει για λίγους μήνες και όλες οι προπαρασκευές πρέπει να συνεχισθούν πάσει δυνάμει. Αλλά, εάν επιθυμούσατε να χειρισθείτε κατά τέτοιον τρόπο τα πράγματα στην Ελλάδα, ώστε, εάν μετά την τελική εκτίμηση όλων των συντελεστών, περιλαμβανομένων και των δυνατοτήτων της Ρόδου, αισθανθείτε ότι δεν υπάρχει μια λογική ελπίδα, θα έπρεπε να διατηρήσετε την δύναμη να απαλλάξετε τους Έλληνες από κάθε διαπραγμάτευση και συγχρόνως να απαλλάξετε και εμάς από αυτούς».

Προς τιμήν του, ο Βρετανός Πρεσβευτής στην Αθήνα Sir Michael Palairet απάντησε στο τηλεγράφημα του Πρωθυπουργού Winston Churchill αυθημερόν και ευθέως:

«Δεν χρειάζεται να σας εξηγήσω τον αντίκτυπο, τον οποίον θα είχε η υπαναχώρησή μας από συμφωνία πράγματι υπογραφείσα μεταξύ του Αρχηγού του συμμαχικού επιτελείου και του Έλληνα Αρχιστρατήγου και που βρίσκεται τώρα στο στάδιο της εκτελέσεως από τον ίδιο τον Στρατηγό Wilson. Πώς είναι δυνατόν να εγκαταλείπουμε τον Βασιλιά της Ελλάδος μετά τις διαβεβαιώσεις οι οποίες του δόθηκαν από τον Αρχιστράτηγο και τον Αρχηγό του Αυτοκρατορικού Επιτελείου;

Όσον αφορά τις λογικές ελπίδες επιτυχίας, αυτό μου φαίνεται απολύτως αδύνατον να το σκεφθεί κανείς. Οι Έλληνες και ο κόσμος όλος θα μας στιγματίσουν ότι ανακαλέσαμε τον λόγο μας. Δεν υπάρχει ζήτημα να «απαλλάξουμε τους Έλληνες από το αίσθημα ότι είναι υποχρεωμένοι να απορρίψουν ένα γερμανικό τελεσίγραφο». Έχουν αποφασίσει να πολεμήσουν την Γερμανία μόνοι αν είναι αναγκαίο. Το ζήτημα είναι αν θα τους βοηθήσουμε η όχι».

Οι Βρετανοί δεν βοήθησαν την Ελλάδα περισσότερο από όσο την εξέθεσαν σε θανάσιμο κίνδυνο.

*Απόσπασμα από το έργο: Έτσι μεθόδευσαν οι Βρετανοί το αντάρτικο του ΚΚΕ στην Ελλάδα. Ιωάννης Νασιούλας. Εκδόσεις Ελληνική Πρωτοπορία, 2021.

Written by

Ιωάννης Νασιούλας

Ο Ιωάννης Νασιούλας είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, Εμπειρογνώμων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Διευθυντής του Ινστιτούτου Κοινωνικής Οικονομίας. Είναι Επικεφαλής της Δημοτικής Παράταξης "Νέα Αρχή για την Θεσσαλονίκη" και Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Θεσσαλονίκης.