Με τους Έλληνες και τους Ιταλούς να βρίσκονται σε οριακό σημείο στην κεντρική Αλβανία, ο Χίτλερ αποφάσισε την άνοιξη του 1941 ότι θα έπρεπε να επέμβει.

Στα σχέδιά του για την επερχόμενη επίθεση κατά της Ρωσίας, ο Χίτλερ θεώρησε την κυριαρχία σε ολόκληρη τη βαλκανική χερσόνησο, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας και των ελληνικών νησιών, ως ζωτικής σημασίας για τη μελλοντική ασφάλεια της νότιας πλευράς των γερμανικών στρατευμάτων. Τα Βαλκάνια αντιπροσώπευαν επίσης μια διαδρομή διοικητικής μέριμνας στο ζωτικό αφρικανικό θέατρο. Και θα παρείχαν στη Γερμανία αεροπορικές βάσεις για την περιοχή της Μεσογείου.

Όσες χώρες δεν είχαν προσχωρήσει οικειοθελώς στη γερμανική πλευρά θα έπρεπε να αναγκαστούν συνεπώς σε συνεργασία. Μέχρι την άνοιξη του 1941, τα γερμανικά σχέδια ήταν έτοιμα. Η Γιουγκοσλαβία και η Ελλάδα επρόκειτο να υποστούν επίθεση αμέσως.

Για τους Γερμανούς, ο έλεγχος της απείθαρχης Ελλάδας ήταν απαραίτητος, αλλά, στο βαθμό που απαιτούσε δέσμευση ανθρώπινου δυναμικού, ήταν παθητικό. Συνεπώς, κάθε προσπάθεια ήταν να ελαχιστοποιηθεί το κόστος κατοχής της Ελλάδας.

Το άμεσο πρόβλημα για το τι θα γινόταν με τον Ελληνικό Στρατό λύθηκε με την παροχή αμνηστίας στο πεδίο της μάχης – μια κίνηση που φάνηκε τόσο ψυχολογικά όσο και οικονομικά συμφέρουσα. Με τη μη-πειστική στους Έλληνες γενναιοδωρία της, η παροχή αμνηστίας σχεδιάστηκε για να οικοδομήσει μια επίφαση γερμανικού θαυμασμού προς την ελληνική ανδρεία και να δημιουργήσει ψυχολογική σχέση με τον ελληνικό λαό. Αυτό που ήταν προφανές για τους Έλληνες ήταν πως η χάρις έβγαζε από την μέση κάθε ανάγκη στέγασης, ένδυσης ή σίτισης ενός μεγάλου σώματος ανδρών που θα φυλάσσονταν υπό καθεστώς αιχμαλώτων πολέμου.

Για να ελαχιστοποιήσουν τη δέσμευση των στρατευμάτων τους στην κατοχή της Ελλάδας, οι Γερμανοί διατήρησαν τον έλεγχο μόνο σε περιοχές στη βορειοανατολική Ελλάδα, είτε περί το βασικό σημείο μεταφοράς της Θεσσαλονίκης, είτε στα σύνορα με την Τουρκία. Και στη νότια Ελλάδα περί το βασικό λιμάνι του Πειραιά. Ανέλαβαν επίσης την κατάληψη του μεγαλύτερου μέρους της Κρήτης, η οποία ήταν σημαντική για αυτούς ως βάση εφοδιασμού για τη Βόρεια Αφρική και για πιθανές μελλοντικές επιχειρήσεις στη Μεσόγειο.

Μεγάλο μέρος της ψυχολογικής αξίας αυτών των κινήσεων αντισταθμίστηκε, ωστόσο, όταν, την άνοιξη του 1941, οι Γερμανοί χώρισαν την υπόλοιπη Ελλάδα σε τρεις ζώνες για να καταληφθούν από κληρονομικούς ή πρόσφατα ηττημένους εχθρούς. Οι μισητοί Βούλγαροι στα βορειοανατολικά έλαβαν δύο νησιά και μια ηπειρωτική περιοχή δίπλα στα ελληνικά σύνορά τους. Το μεγαλύτερο μερίδιο της κατεχόμενης ηπειρωτικής περιοχής, διάφορα νησιά, η ανατολική Κρήτη και η πρωτεύουσα της Αθήνας πήγε στην περιφρονημένη Ιταλική Ενδέκατη Στρατιά, την οποίο οι Έλληνες είχαν νικήσει τον προηγούμενο χειμώνα. Για να διαχειριστεί το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής ηπειρωτικής χώρας, ο Άξονας δημιούργησε μια δοτή κυβέρνηση από Έλληνες. Αυτές οι ρυθμίσεις κράτησαν μέχρι την παράδοση της Ιταλίας το φθινόπωρο του 1943, όταν η βουλγαρική κατοχή επεκτάθηκε και τα γερμανικά στρατεύματα ανέλαβαν την πλειοψηφία των ιταλικών θέσεων.

Οι κατοχικές πολιτικές που ακολούθησαν οι νικητές ήταν αρκετά απάνθρωπες για να οδηγήσουν πολλούς Έλληνες στην απόγνωση. Η Βουλγαρία προσάρτησε το μερίδιό της στην ελληνική επικράτεια, το μεγαλύτερο μέρος της αγροτικής γης, και ξεκίνησε μια βάναυση πολιτική αποικισμού. Μέσα σε ένα χρόνο 100.000 Έλληνες είχαν εκδιωχθεί μόνο από τη Δυτική Θράκη και οι εναπομείναντες υπόκειντο σε διατάγματα που ισοδυναμούσαν με ακραία ή και πλήρη οικονομική στέρηση. Η Ιταλία προσέβλεπε στην προσάρτηση των Ιονίων Νήσων. Στην Κρήτη, οι Γερμανοί αποξένωσαν κάθε λανθάνουσα συμπάθεια μεταξύ του πληθυσμού από την πολιτική τους στον τομέα της διατροφής και από τα αντίποινα εναντίον του λαού για τη συμμετοχή του στη μάχη της Κρήτης.

Μέχρι τον Μάιο του 1942 είχαν χαθεί πάνω από τα μισά ποντοπόρα πλοία της Ελλάδας. Τα υπόλοιπα ήταν στη διάθεση των συμμαχικών δυνάμεων και δεν παρήγαγαν εισόδημα για την κατεχόμενη Ελλάδα. Η βιομηχανική παραγωγή ελεγχόταν από τις δυνάμεις του Άξονα προς όφελος των δικών τους εθνικών και ατομικών συμφερόντων. Χρησιμοποιούσαν ελληνική τροφή, ήδη σπάνια, για να θρέψουν τα δικά τους στρατεύματα και τον άμαχο πληθυσμό.

Τα δημοσιονομικά ζητήματα, που περιπλέκονταν από τα επιβολή πληρωμής εξόδων κατοχής, αντιμετωπίστηκαν τόσο από τον Άξονα και τις δοτές ελληνικές αρχές με τρόπο που αύξησαν καταστροφικά τον ρυθμό πληθωρισμού.
Καθώς όλο και περισσότερα χρήματα αντιστοιχούσαν σε όλο και λιγότερα προϊόντα και όλο και λιγότερα τρόφιμα, μόνο η μαύρη αγορά μπορούσε να λειτουργήσει. Οι τιμές της ήταν πέρα από τις δυνατότητες του μέσου Έλληνα πολίτη. Μετά από δύο χρόνια κατοχής, οι τιμές είχαν ανέβει χίλιες φορές άνω του προπολεμικού επιπέδου. Το μισθολογικό επίπεδο στο μεταξύ ήταν εκατό φορές υπό το προπολεμικό επίπεδο. Επιπλέον, σοβούσε η ανεργία.
Το χρέος της Γερμανικής Δημοκρατίας προς την Ελληνική Δημοκρατία για τις χρηματικές καταβολές υπέρ των γερμανικών δυνάμεων κατοχής από το 1941 ως το 1944 υπολογίζεται σε περίπου 500 δισεκατομμύρια ευρώ. Δεν έχει καταβληθεί μέχρι σήμερα. Η ζημία από την μη καταβολή του για την ελληνική οικονομία δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί με σχετική μελέτη.

Το χρέος των Γερμανών προς τους Έλληνες δεν παραγράφεται. Οφείλει να καταβληθεί. Η διεκδίκησή του επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων.

Τα έξοδα κατοχής που επέβαλαν οι Γερμανοί, Ιταλοί και Βούλγαροι στην Ελλάδα ήταν νόμιμα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο που επιβάλλει ο κατεχόμενος να πληρώνει στον κατακτητή δαπάνες κατοχής. Το ποσόν αυτό δεν περιλαμβάνεται στα παραπάνω αναφερόμενα 500 δισεκατομμύρια που οφείλουν οι Γερμανοί στους Έλληνες.
Αυτά προέκυψαν από χρηματικές καταβολές της Τραπέζης της Ελλάδος με την μορφή έκδοσης και κυκλοφορίας χαρτονομισμάτων. Δύο συμφωνίες μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας το 1942, που κοινοποιήθηκαν στην τότε ελληνική Κυβέρνηση, όριζαν πως η απαίτηση αυτή αποτελούσε δάνειο και πως το δάνειο θα αποπληρωνόταν σε σύντομο χρόνο μετά την λήξη του πολέμου.

Ο εξαναγκασμός της ελληνικής κυβέρνησης να εκδίδει χαρτονομίσματα χονδρικά δέκα φορές πάνω από τα έσοδά της, οδήγησε τις τιμές των ελάχιστων προϊόντων διατροφής στα ύψη. Κυρίως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη πείνασαν. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έπεσαν νεκροί από την πείνα τον χειμώνα του 1941 μέχρι το 1943.
Κάθε πρωί η κυβέρνηση μάζευε σε κάρα τα πτώματα εκείνων που είχαν πεθάνει στους δρόμους το προηγούμενο βράδυ από το κρύο και την πείνα. Οι νέοι, οι ηλικιωμένοι και οι άστεγοι βετεράνοι των αλβανικών πεδίων μάχης ήταν οι πρώτοι που πέθαναν. Εκτιμάται ότι από κάθε 10 παιδιά που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, μόνο 1 έζησε περισσότερο από ένα μήνα. Ακόμα και οι Γερμανοί ανέφεραν ότι η βρεφική θνησιμότητα αυξήθηκε από 6 σε 50 %. Όσοι δεν πεινούσαν αντιμετώπιζαν τις καταστροφές των ασθενειών. Οι συνθήκες ήταν σχεδόν το ίδιο άσχημες σε πολλές από τις μικρότερες πόλεις.

Ο Αδόλφος Χίτλερ, σε προφορική του απάντηση που μεταφέρθηκε γραπτώς και επισήμως δια της διπλωματικής οδού στην ελληνική κυβέρνηση απάντησε: “Ας το είχαν σκεφτεί νωρίτερα”.

Οι Έλληνες το είχαν σκεφτεί. Αλλά είπαν ΟΧΙ.

*Απόσπασμα από το έργο: Έτσι μεθόδευσαν οι Βρετανοί το αντάρτικο του ΚΚΕ στην Ελλάδα. Ιωάννης Νασιούλας. Εκδόσεις Ελληνική Πρωτοπορία, 2021.

Written by

Ιωάννης Νασιούλας

Ο Ιωάννης Νασιούλας είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, Εμπειρογνώμων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Διευθυντής του Ινστιτούτου Κοινωνικής Οικονομίας. Είναι Επικεφαλής της Δημοτικής Παράταξης "Νέα Αρχή για την Θεσσαλονίκη" και Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Θεσσαλονίκης.