«Έλαβα μια θλιβερή έκθεση για την κατάσταση στην Ελλάδα. Η πείνα εκεί έχει γίνει εθνική επιδημία. Χιλιάδες άνθρωποι πεθαίνουν στους δρόμους της Αθήνας, όλα αποτέλεσμα του βάναυσου βρετανικού αποκλεισμού εναντίον ενός λαού που ήθελε να βγάλει απρόσεκτα από τη φωτιά τα κάστανα για τον αγγλικό λαό. Αυτή είναι η ευγνωμοσύνη του Λονδίνου» (Joseph Goebbels, Υπουργός Προπαγάνδας του Τρίτου Ράιχ).

Οι Γερμανοί καλοδέχθηκαν τον βρετανικό ναυτικό αποκλεισμό της Ελλάδος, που ώθησε την πείνα σε φάσμα εθνικής εξολόθρευσης στις μεγάλες πόλεις. Ο αποκλεισμός αποτελούσε εύγλωττο πρόσχημα για την απόκρυψη της συστηματικής τους πολιτικής να τιμωρήσουν τους Έλληνες που συνδυαζόταν με το καλά οργανωμένο, γενικευμένο πλιάτσικο εις βάρος της χώρας, τόσο με το πρόσχημα της κατοχικής πολιτικής, όσο και για την απροκάλυπτη εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων.

Η διεξοδική κατάσχεση καυσίμων και όλων των μεταφορικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων των αλιευτικών σκαφών και των ζώων, απέτρεψε κάθε μεταφορά τροφίμων και άλλων προμηθειών και μείωσε το εσωτερικό εμπόριο στο ελάχιστο. Μεγάλα αποθέματα πατάτας, σταφίδας, ελαιολάδου και άλλων πόρων που χαρακτηρίζονταν από τις κατοχικές αρχές ως πλεονασματικά προϊόντα δεσμεύονταν για εξαγωγή στο Γερμανικό Ράιχ.

Η λεηλασία αποτέλεσε την επίσημη πολιτική των κατοχικών δυνάμεων του Άξονα στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.

«… Αυτή η συνεχής ανησυχία για τους ξένους πρέπει να τελειώσει μια για πάντα … Δεν θα μπορούσε να με νοιάζει λιγότερο όταν λέτε ότι οι άνθρωποι υπό τη διοίκησή σας πεθαίνουν από την πείνα. Αφήστε τους να χαθούν, όσο δεν πεινάνε Γερμανοί». Αυτά τόνιζε ο Hermann Göring σε επιστολή του προς τους Επιτελείς του Ράιχ στις κατεχόμενες χώρες στις 6 Αυγούστου 1942.

Όμως, η πείνα δελέαζε και τους Βρετανούς, που εκτιμούσαν ότι, με την μαεστρία της ραδιοφωνικής προπαγάνδας της Υπηρεσίας Πολιτικού Πολέμου, θα καλλιεργούσε το γενικευμένο και βαθύ μίσος για τους Γερμανούς κατακτητές:

«Το πρόβλημα είναι: Αξίζει η καλή θέληση των Ελλήνων; Ζυγίζοντας τον στόλο τους, την αποτελεσματικότητα της παθητικής αντίστασης και της ένοπλης αντίστασής τους, είναι πιο δύσκολο για εμάς εάν διευκολύνουμε την προσφορά σιτηρών για την Ελλάδα. Είναι σημαντικό για εμάς να διατηρήσουμε έναν υγιή πληθυσμό 7 ½ εκατομμυρίων αγγλόφιλων Ελλήνων για να στηρίξουμε τη μεταπολεμική μας θέση στην ανατολική Μεσόγειο; Ή μπορούμε να επιτρέψουμε ο πληθυσμός της Ελλάδας να μειωθεί στα πέντε εκατομμύρια λόγω της πείνας και να επιτρέψουμε να καταστραφεί η υγεία τους – ειδικά των παιδιών – και να καταστραφεί επίσης η στάση τους που θα γίνει βίαια αντι-Βρετανική;

Τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα πρέπει να σταθμιστούν προσεκτικά μεταξύ μας πριν δεσμευτούμε ότι θα πεινάσουμε την Ελλάδα. Πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη ότι οι Έλληνες δεν θα πεινάσουν κάνοντας σιωπή. Επιπλέον, πρέπει να λάβουμε υπόψη τον αντίκτυπο στην κοινή γνώμη στις Ηνωμένες Πολιτείες» (Edward Warner, F.Ο. Έκθεση, 11 Ιουλίου 1941).

Η πρωτοφανής βαναυσότητα και η πίεση της ελληνικής διασποράς τελικά ανάγκασε τους Βρετανούς να άρουν μερικώς τον αποκλεισμό. Από το καλοκαίρι του 1942, ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός μπόρεσε να διανείμει εφόδια σε ποσότητες που μετά βίας αποτελούσαν βιώσιμη λύση. Ωστόσο, η κατάσταση παρέμεινε ζοφερή μέχρι το τέλος της κατοχής.

Αυτό που είναι ενδιαφέρον είναι πως η Υπηρεσία Πολιτικού Πολέμου επέλεξε να εμπλέξει την ουδέτερη Τουρκία στην πρώτη κίνηση ανθρωπιστικής βοήθειας προς τον θνήσκοντα ελληνικό πληθυσμό.

Το πρώτο πλοίο με προμήθειες τροφίμων που επιτράπηκε να φτάσει στην Ελλάδα ήταν το SS Kurtuluş από την Τουρκία, τον Σεπτέμβριο του 1941. Στην συλλογή των τροφίμων επιλέχθηκε να πρωτοστατήσει η Τουρκική Ερυθρά Ημισέληνος.

Αντίθετα με την πληροφορία που αναφερόταν σε 50.000 τόνους τροφίμων, τελικά παραδόθηκαν 17.500 τόνοι: μια συμβολική, παρά ουσιαστική και προορισμένη να είναι αποτελεσματική κίνηση. Η επικοινωνιακή αξία όσων την μεθόδευσαν είχε στόχο να υπερβαίνει την πραγματική ανθρωπιστική διέξοδο που όλοι ανέμεναν από τους Βρετανούς.

Ο απώτερος στόχος των Βρετανών δεν άλλαξε: ήταν να διατηρηθεί η κατάσταση ανθρωπιστικής κρίσης στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Ελλάδα. Απλώς εμπλουτίστηκε με έναν πολύ σημαντικό ενδιάμεσο στόχο: την βελτίωση της επικοινωνιακής εικόνας της ουδέτερης Τουρκίας, με την οποία οι Βρετανοί συζητούσαν την εξασφάλιση ανταλλαγμάτων σε ελληνικό εθνικό έδαφος, ως αντίδωρο για την διατήρηση της ουδετερότητάς της.

Πράγματι, ακόμη δεν είχε προλάβει ο Έλληνας Βασιλιάς να πατήσει το πόδι του στην Κρήτη, καταδιωκόμενος από τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές που είχαν διαταγή να το σκοτώσουν, όταν πληροφορήθηκε από τον Πρεσβευτή της Αγγλίας ότι η Τουρκία είχε ζητήσει από την Γερμανία την συγκατάθεσή της να καταλάβει τις νήσους του Αιγαίου, με προεξάρχουσες τις μεγαλονήσους μπροστά στις ακτές της, την Λέσβο και την Χίο.

Η Τουρκία αργότερα δικαιολογούνταν πως το έκανε αυτό για να αποφύγουν τα ελληνικά νησιά την γερμανική κατοχή. Βεβαίως, η Τουρκία δεν είχε απευθυνθεί ποτέ στην Κυβέρνηση της Ελλάδος.

Ο γρίφος της προκλητικής ενέργειας της Τουρκίας δεν άργησε να λυθεί. Από τα τηλεγραφήματα του Πρωθυπουργού της Ελλάδος Εμμανουήλ Τσουδερού τον Μάιο του 1941, πληροφορούμαστε πως η κίνηση της Τουρκίας προήλθε από εισήγηση του εκεί Άγγλου Πρεσβευτή.

Οι Γερμανοί έσπευσαν να καταλάβουν τις ελληνικές νήσους και η μελλοντική περιπλοκή με την Τουρκία αποφεύχθηκε, ξεκαθαρίζοντας την εικόνα που διαμόρφωνε ο Βασιλιάς Γεώργιος ΙΙ και ο Πρωθυπουργός Εμμανουήλ Τσουδερός για το τί είχε να αντιμετωπίσει η Ελλάς από την μεριά των Βρετανών.

*Απόσπασμα από το έργο: Έτσι μεθόδευσαν οι Βρετανοί το αντάρτικο του ΚΚΕ στην Ελλάδα. Ιωάννης Νασιούλας. Εκδόσεις Ελληνική Πρωτοπορία, 2021.

Written by

Ιωάννης Νασιούλας

Ο Ιωάννης Νασιούλας είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, Εμπειρογνώμων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Διευθυντής του Ινστιτούτου Κοινωνικής Οικονομίας. Είναι Επικεφαλής της Δημοτικής Παράταξης "Νέα Αρχή για την Θεσσαλονίκη" και Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Θεσσαλονίκης.